ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, από τα πιο σημαντικά στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία του φημισμένου δελφικού ιερού και του πιο ξακουστού μαντείου του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πλούσιες συλλογές του περιλαμβάνουν κυρίως αρχιτεκτονικά γλυπτά, αγάλματα και έργα μικροτεχνίας, αφιερώματα των πιστών στο ιερό, τα οποία ανακλούν τη θρησκευτικο-πολιτική και καλλιτεχνική δραστηριότητά του σε όλη την ιστορική του πορεία, από την ίδρυση του απολλώνειου τεμένους τον 8ο αι. π.Χ. έως την παρακμή του στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας.
Το μουσείο στεγάζεται σε διώροφο κτήριο συνολικού εμβαδού 2.270 τ.μ. Η μόνιμη έκθεσή του καταλαμβάνει δεκατέσσερις αίθουσες και οι αποθηκευτικοί χώροι έκταση 558 τ.μ. Διαθέτει εργαστήριο συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και εργαστήριο αποκατάστασης ψηφιδωτού. Ύστερα από την τελευταία ανακαίνιση του κτηρίου, διαμορφώθηκαν χώροι υποδοχής και εξυπηρέτησης των επισκεπτών, κυλικείο και πωλητήριο εντύπων.
Το μουσείο εποπτεύεται από τη Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Ιστορικά:
Το πρώτο μουσείο στους Δελφούς, αποτελούμενο από δύο πτέρυγες, οικοδομήθηκε το 1903 σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Tournaire, με δωρεά του ευεργέτη Α. Συγγρού, για να στεγάσει τα ευρήματα της μεγάλης γαλλικής ανασκαφής, που είχε αρχίσει το 1892. Το κτήριο επισκευάσθηκε και επεκτάθηκε το 1935-1936, ενώ δύο χρόνια αργότερα άρχισε η επανέκθεση των αρχαιοτήτων. Οι δύο πρώτες εκθέσεις έγιναν με τη συνεργασία Ελλήνων και Γάλλων αρχαιολόγων. Περαιτέρω βελτιωτικές ενέργειες πραγματοποιήθηκαν το 1956, με την κατασκευή αποθήκης για τις επιγραφές. Το 1958 αποφασίσθηκε πλήρης ανανέωση, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί εκθετικής φιλοσοφίας, που επιβαλλόταν, άλλωστε, και από την απόκρυψη των αρχαίων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Τα έργα άρχισαν το καλοκαίρι του 1958, βασισμένα σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Το μουσείο απέκτησε δύο νέες αίθουσες, αυτές των μεταλλικών μικροαντικειμένων και του Ηνιόχου, και παράλληλα μετασκευάσθηκαν οι τρεις ήδη υπάρχουσες. Πρώην αποθηκευτικοί χώροι διαρρυθμίστηκαν σε γραφεία, ξενώνα και αποθήκη, ενώ μπροστά από τα γραφεία διαμορφώθηκε στοά, όπου εκτέθηκαν αγάλματα ελληνιστικής εποχής (η στοά φράχθηκε το 1980 χάριν επέκτασης των γραφείων της Εφορείας). Δίπλα στο μουσείο οικοδομήθηκαν εργαστήρια αποθήκες και γλυπτών, αγγείων και αρχιτεκτονικών μελών. Η επανέκθεση των αρχαίων διήρκεσε από το 1960 ως το 1963.
Το 1975 τμήμα του τότε εργαστηρίου και της αποθήκης γλυπτών μετατράπηκε σε αίθουσα για την έκθεση του ταύρου και των χρυσελεφάντινων αντικειμένων από την ανασκαφή του αποθέτη της Ιεράς οδού. Η αίθουσα αποπερατώθηκε και εγκαινιάσθηκε το 1978, ενώ το Δεκέμβριο του 1979 οικοδομήθηκε δεύτερη κλίμακα καθόδου των επισκεπτών στην είσοδο του κτηρίου. Η τελευταία επέκταση και εκσυγχρονισμός του μουσείου ολοκληρώθηκε το 1999. Έγινε ανακαίνιση των υπαρχόντων εκθεσιακών χώρων, αναβάθμιση και κατασκευή νέων εργαστηριακών χώρων, κατασκευή αποθήκης και γραφείων, διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, βελτιωτικές επεμβάσεις στο αρχιτεκτονικό κέλυφος του κτηρίου, στη στέγη και στα δάπεδα, κατασκευή χώρων υποδοχής, κυλικείου και πωλητηρίου εντύπων. Παράλληλα, υλοποιήθηκε η επανέκθεση ολόκληρης της συλλογής του μουσείου, στο πλαίσιο της οποίας δημιουργήθηκαν χώροι εξυπηρέτησης του κοινού, εργαστηριακοί χώροι και αποθήκες, αναδείχθηκαν τα εκθέματα και εμπλουτίσθηκαν με νέα, δημιουργήθηκε υπόβαθρο για εποπτικό υλικό σύγχρονης τεχνολογίας, βελτιώθηκαν οι εκθετικές δυνατότητες και έγινε αναδιαρρύθμιση των εκθεμάτων σύμφωνα με τη νέα μουσειολογική αντίληψη.
Σήμερα:
Έναν αιώνα μετά τα πρώτα εγκαίνια του μουσείου συντελέστηκε νέα επανέκθεση, με στόχο την καλύτερη ανάδειξη ορισμένων από τα εκθέματα, όπως ο Ηνίοχος και τα χρυσελεφάντινα έργα, κυρίως με γνώμονα τα νέα επιστημονικά δεδομένα από τη μελέτη των αντικειμένων, η οποία δεν έχει σταματήσει ως τις μέρες μας.
Η αρχιτεκτονική μελέτη έγινε από τον Α. Τομπάζη. Όπως γράφει εύστοχα η τέως Έφορος Αρχαιοτήτων Δελφών Ροζίνα Κολώνια στον οδηγό του Μουσείου, τα εκθέματα διατάσσονται κατά τρόπον ώστε να «συνθέτουν ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που οι σελίδες του διατρέχουν μέσα από την πορεία της έκθεσης δώδεκα αιώνες: αφηγούνται μουσειογραφικά την πολιτική, θρησκευτική και κυρίως καλλιτεχνική δραστηριότητα του πιο ξακουστού ιερού της ειδωλολατρίας και του μαντείου του».
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
Δελφοί 330 54
https://delphi.culture.gr/
delphoi@gmail.com
2265082312
Ναι
Αυτοκίνητο
Ναι
Δευτέρα-Κυριακή 8:30 π.μ.–3:30 μ.μ.
Ναι
Όλο το χρόνο
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, από τα πιο σημαντικά στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία του φημισμένου δελφικού ιερού και του πιο ξακουστού μαντείου του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πλούσιες συλλογές του περιλαμβάνουν κυρίως αρχιτεκτονικά γλυπτά, αγάλματα και έργα μικροτεχνίας, αφιερώματα των πιστών στο ιερό, τα οποία ανακλούν τη θρησκευτικο-πολιτική και καλλιτεχνική δραστηριότητά του σε όλη την ιστορική του πορεία, από την ίδρυση του απολλώνειου τεμένους τον 8ο αι. π.Χ. έως την παρακμή του στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας.
Το μουσείο στεγάζεται σε διώροφο κτήριο συνολικού εμβαδού 2.270 τ.μ. Η μόνιμη έκθεσή του καταλαμβάνει δεκατέσσερις αίθουσες και οι αποθηκευτικοί χώροι έκταση 558 τ.μ. Διαθέτει εργαστήριο συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και εργαστήριο αποκατάστασης ψηφιδωτού. Ύστερα από την τελευταία ανακαίνιση του κτηρίου, διαμορφώθηκαν χώροι υποδοχής και εξυπηρέτησης των επισκεπτών, κυλικείο και πωλητήριο εντύπων.
Το μουσείο εποπτεύεται από τη Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Ιστορικά:
Το πρώτο μουσείο στους Δελφούς, αποτελούμενο από δύο πτέρυγες, οικοδομήθηκε το 1903 σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Tournaire, με δωρεά του ευεργέτη Α. Συγγρού, για να στεγάσει τα ευρήματα της μεγάλης γαλλικής ανασκαφής, που είχε αρχίσει το 1892. Το κτήριο επισκευάσθηκε και επεκτάθηκε το 1935-1936, ενώ δύο χρόνια αργότερα άρχισε η επανέκθεση των αρχαιοτήτων. Οι δύο πρώτες εκθέσεις έγιναν με τη συνεργασία Ελλήνων και Γάλλων αρχαιολόγων. Περαιτέρω βελτιωτικές ενέργειες πραγματοποιήθηκαν το 1956, με την κατασκευή αποθήκης για τις επιγραφές. Το 1958 αποφασίσθηκε πλήρης ανανέωση, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί εκθετικής φιλοσοφίας, που επιβαλλόταν, άλλωστε, και από την απόκρυψη των αρχαίων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Τα έργα άρχισαν το καλοκαίρι του 1958, βασισμένα σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Το μουσείο απέκτησε δύο νέες αίθουσες, αυτές των μεταλλικών μικροαντικειμένων και του Ηνιόχου, και παράλληλα μετασκευάσθηκαν οι τρεις ήδη υπάρχουσες. Πρώην αποθηκευτικοί χώροι διαρρυθμίστηκαν σε γραφεία, ξενώνα και αποθήκη, ενώ μπροστά από τα γραφεία διαμορφώθηκε στοά, όπου εκτέθηκαν αγάλματα ελληνιστικής εποχής (η στοά φράχθηκε το 1980 χάριν επέκτασης των γραφείων της Εφορείας). Δίπλα στο μουσείο οικοδομήθηκαν εργαστήρια αποθήκες και γλυπτών, αγγείων και αρχιτεκτονικών μελών. Η επανέκθεση των αρχαίων διήρκεσε από το 1960 ως το 1963.
Το 1975 τμήμα του τότε εργαστηρίου και της αποθήκης γλυπτών μετατράπηκε σε αίθουσα για την έκθεση του ταύρου και των χρυσελεφάντινων αντικειμένων από την ανασκαφή του αποθέτη της Ιεράς οδού. Η αίθουσα αποπερατώθηκε και εγκαινιάσθηκε το 1978, ενώ το Δεκέμβριο του 1979 οικοδομήθηκε δεύτερη κλίμακα καθόδου των επισκεπτών στην είσοδο του κτηρίου. Η τελευταία επέκταση και εκσυγχρονισμός του μουσείου ολοκληρώθηκε το 1999. Έγινε ανακαίνιση των υπαρχόντων εκθεσιακών χώρων, αναβάθμιση και κατασκευή νέων εργαστηριακών χώρων, κατασκευή αποθήκης και γραφείων, διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, βελτιωτικές επεμβάσεις στο αρχιτεκτονικό κέλυφος του κτηρίου, στη στέγη και στα δάπεδα, κατασκευή χώρων υποδοχής, κυλικείου και πωλητηρίου εντύπων. Παράλληλα, υλοποιήθηκε η επανέκθεση ολόκληρης της συλλογής του μουσείου, στο πλαίσιο της οποίας δημιουργήθηκαν χώροι εξυπηρέτησης του κοινού, εργαστηριακοί χώροι και αποθήκες, αναδείχθηκαν τα εκθέματα και εμπλουτίσθηκαν με νέα, δημιουργήθηκε υπόβαθρο για εποπτικό υλικό σύγχρονης τεχνολογίας, βελτιώθηκαν οι εκθετικές δυνατότητες και έγινε αναδιαρρύθμιση των εκθεμάτων σύμφωνα με τη νέα μουσειολογική αντίληψη.
Σήμερα:
Έναν αιώνα μετά τα πρώτα εγκαίνια του μουσείου συντελέστηκε νέα επανέκθεση, με στόχο την καλύτερη ανάδειξη ορισμένων από τα εκθέματα, όπως ο Ηνίοχος και τα χρυσελεφάντινα έργα, κυρίως με γνώμονα τα νέα επιστημονικά δεδομένα από τη μελέτη των αντικειμένων, η οποία δεν έχει σταματήσει ως τις μέρες μας.
Η αρχιτεκτονική μελέτη έγινε από τον Α. Τομπάζη. Όπως γράφει εύστοχα η τέως Έφορος Αρχαιοτήτων Δελφών Ροζίνα Κολώνια στον οδηγό του Μουσείου, τα εκθέματα διατάσσονται κατά τρόπον ώστε να «συνθέτουν ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που οι σελίδες του διατρέχουν μέσα από την πορεία της έκθεσης δώδεκα αιώνες: αφηγούνται μουσειογραφικά την πολιτική, θρησκευτική και κυρίως καλλιτεχνική δραστηριότητα του πιο ξακουστού ιερού της ειδωλολατρίας και του μαντείου του».